"Υποτονική εκ φύσεως" Χρονογράφημα.
Κάθε άνθρωπος έχει την δική του ζωτική δύναμη, και σε άλλους ο καλός θεός την σκόρπισε απλόχερα, ενώ σε άλλους, την έριξε σαν να έριχνε αλάτι σε πιάτο υπερτασικού.
Οι επιπτώσεις είναι καταλυτικές για την ζωή τους και χρειάζεται μεγάλη στωικότητα για να βρουν τρόπους να αναπληρώσουν την δύναμη που τους λείπει. Από την άλλη, μερικοί δεν έχουν καν αυτήν την στωικότητα και αφήνονται στην αδυναμία τους να τους παρασύρει σαν ελαφρόξυλα το κύμα.
Η Μαριάνθη ήταν και αυτή υποτονική εκ φύσεως. Στις παρέες δεν μιλούσε πολύ. Με ένα χαμόγελο ευγενικό παρακολουθούσε τις συζητήσεις και σύμπασχε σε κάθε πόνο που άκουγε να περιγράφει η παρέα.
Η παρέα είχε μεγαλώσει. Όχι σε μέλη αλλά σε ηλικία. Οι πρώην δροσερές κοπέλες γεμάτες νιάτα και όνειρα, είχαν μετατραπεί σε ώριμες κυρίες κάποιων Μαίων που η δροσιά τους είχε χαθεί κάτω από την καυτή ανάσα του καύσωνα των δυσκολιών της ζωής.
Η Μαριάνθη κοίταζε τις παλιές της φίλες που είχε καιρό να τις δει και αισθάνθηκε ένα βάρος να πιέζει την καρδιά της. Χαιρόταν βέβαια που ήταν όλες τους καλά παρά τα μικροπροβλήματα αλλά σύγκρινε τον εαυτό της μαζί τους και ένιωθε λίγη.
Όχι, δεν είχε νέα να πει για τα παιδιά της. Δεν είχε παιδιά δικά της. Είχε αφοσιωθεί στα παιδάκια του νηπιαγωγείου που δίδασκε κοντά 30 χρόνια τώρα. Τα αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Κάθε χρονιά πίστευε πως πια δεν θα είχε άλλη αγάπη να δώσει. Με το τέλος της κάθε χρονιάς που αποχαιρετούσε τα παιδάκια στην γιορτή ένιωθε την καρδιά της να σφίγγεται από συγκίνηση , τόσο που έλεγε πια, δεν πρόκειται να αγαπήσω άλλα παιδιά τόσο πολύ. Και κάθε Σεπτέμβρη πάλι από την αρχή, τα χαμόγελα των νέων παιδιών την κέρδιζαν, τα αδύναμα παιδάκια που της θύμιζαν τον εαυτό της, της κεντούσαν την καρδιά από συμπόνια, τα άτακτα και ζωηρά, της εντυπωσίαζαν και διασκέδαζε με τις κουβέντες τους , την κρατούσαν σε εγρήγορση με τους τσακωμούς τους και της εξαντλούσαν την αντοχή της κάθε φορά μέχρι το μεσημέρι.
Δεν ήταν τυχερό της να βρει έναν σύντροφο ζωής. Κάποτε είχε ελπίσει και είχε πιστέψει ότι είχε συναντήσει τον άνθρωπο της ζωής της, Είχε αρχίσει να κάνει όνειρα. Είχε επιτρέψει στον εαυτό της να φανταστεί μια ζωή σαν και αυτές που περιέγραφαν οι παλιές της φιλενάδες και τώρα τις άκουγε με αυτό το ευγενικό χαμόγελο υποκρινόμενη ότι δεν αισθανόταν αυτό το τσίμπημα στην καρδιά. Ότι πράγματι έφτανε που είχε τόσα παιδάκια να δίνει κάθε μέρα το καθαρό νερό της αγάπης που πάφλαζε στην πηγή της καρδιάς της. Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στο μυαλό της, στον εσωτερικό της εαυτό όταν αναπόλησε την παλιά της ρομαντική ιστορία που είχε τελειώσει σε έναν καθόλου ρομαντικό τρόπο. Πως της το είχε πει? ΑΑΑ, ναι.... "Είσαι πολύ βαρετή...δεν αντέχω τόση ηρεμία...Καλά νεύρο δεν έχεις μέσα σου? Βαρέθηκα...Θέλω περιπέτεια , ταξίδια, θέλω να ζήσω, θέλω να καταλαβαίνω ότι ζω και όχι απλά να περνάνε έτσι ήσυχα οι μέρες"..Δεν είχε αντιδράσει...Πως θα μπορούσε άλλωστε. Δεν είχε αντοχή στις εκδρομές. Κουραζόταν εύκολα, αρρώσταινε εύκολα, δεν έκανε παρέες εύκολα...Τίποτα δεν ήταν εύκολο, μόνο το πρωί με τα παιδιά δεν κουραζόταν, μόνο τότε ένιωθε να αντλεί να δύναμη που την ωθούσε να φτάνει μέχρι το μεσημέρι ακούραστη.
Δεν είχε το κουράγιο πια να ελπίσει καν σε κάποια νέα σχέση. Ο φόβος της αποτυχίας ήταν πολύ τρομαχτικός , πολύ περισσότερος από την επιθυμία να ζήσει μια ακόμα ιστορία. Πάντα την γέμιζε απορία όσοι ήθελαν να δοκιμάζουν νέα πράγματα, να πηγαίνουν σε νέα μέρη, να γνωρίζουν νέους ανθρώπους. Πως τα κατάφερναν. Αυτή, να εδώ, κοιτά γύρω στα γνώριμα πρόσωπα που ξέρει τόσο καλά και όμως οι κουβέντες τους είναι τόσο μακρινές από τον πυρήνα της.
'Μαριάνθη εσύ τι κάνεις? Δεν έχεις πει κουβέντα τόση ώρα..Που τρέχει το μυαλό σου?" Την ρώτησε χαρωπά η Ελένη. Τα μάτια της έλαμπαν από χαρά μιας και είχε τελειώσει μόλις τα νέα για το νέο της εγγονάκι, ένα γελαστό μωρό που το έδειξε περήφανα στην οθόνη του κινητού σε όλες της παρέας.
Επιφωνήματα θαυμασμού είχε δεχτεί το χαριτωμένο μουτράκι εκτός από αυτό της Μαριάνθης που είχε χαθεί στις σκέψεις της.
"Μα είναι υπέροχος πράγματι! Να τον χαίρεστε!" ευχήθηκε και Μαριάνθη.."Απλά, χαίρομαι που σας ακούω"
Η Μαριάνθη αισθάνθηκε τον παλμό της ζωής να κτυπά μέσα σε αυτές τις γυναίκες που είχαν να φροντίσουν παιδιά, συζύγους εγγόνια , ηλικιωμένους γονείς , και όλα αυτά τα περιέγραφαν σαν να ήταν το πιο ελαφρύ φορτίο στον κόσμο.
"Στην υγεία σας" ευχήθηκε η Μαριάνθη σηκώνοντας το ποτήρι.. " Να ξαναβρεθούμε σύντομα'
" Με το καλό" απάντησε η παρέα ενώ η Μαριάνθη που από καιρό είχε αποδεχθεί τον εαυτό της, χωρίς πικρία χαιρόταν με τα νέα των φιλενάδων της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Please, tell me something! It would be of a great help!