Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

 

"Υποτονική εκ φύσεως" Χρονογράφημα.

 




Κάθε άνθρωπος έχει την δική του ζωτική δύναμη, και σε άλλους ο καλός θεός την σκόρπισε απλόχερα, ενώ σε άλλους, την έριξε σαν να έριχνε αλάτι σε πιάτο  υπερτασικού.

Οι επιπτώσεις είναι καταλυτικές για την ζωή τους και χρειάζεται μεγάλη στωικότητα για να βρουν τρόπους να αναπληρώσουν την δύναμη που τους λείπει. Από την άλλη, μερικοί δεν έχουν καν αυτήν την στωικότητα και αφήνονται στην αδυναμία τους να τους παρασύρει σαν ελαφρόξυλα το κύμα.

Η Μαριάνθη ήταν και αυτή υποτονική εκ φύσεως. Στις παρέες δεν μιλούσε πολύ. Με ένα χαμόγελο ευγενικό παρακολουθούσε τις συζητήσεις και σύμπασχε σε κάθε πόνο που άκουγε να περιγράφει η παρέα.

Η παρέα είχε μεγαλώσει. Όχι σε μέλη αλλά σε ηλικία. Οι πρώην δροσερές κοπέλες γεμάτες νιάτα και όνειρα, είχαν μετατραπεί σε ώριμες κυρίες κάποιων Μαίων που η δροσιά τους  είχε χαθεί κάτω από την καυτή ανάσα του καύσωνα των δυσκολιών της ζωής.

Η Μαριάνθη κοίταζε τις παλιές της φίλες που είχε καιρό να τις δει και αισθάνθηκε ένα βάρος να πιέζει την καρδιά της. Χαιρόταν βέβαια που ήταν όλες τους καλά παρά τα μικροπροβλήματα αλλά σύγκρινε τον εαυτό της μαζί τους και ένιωθε λίγη.

Όχι, δεν είχε νέα να πει για τα παιδιά της. Δεν είχε παιδιά δικά της. Είχε αφοσιωθεί στα παιδάκια του νηπιαγωγείου που δίδασκε κοντά 30 χρόνια τώρα. Τα αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Κάθε χρονιά πίστευε πως πια δεν θα είχε άλλη αγάπη να δώσει. Με το τέλος της κάθε χρονιάς που αποχαιρετούσε τα παιδάκια στην γιορτή ένιωθε την καρδιά της να σφίγγεται από συγκίνηση , τόσο που έλεγε πια, δεν πρόκειται να αγαπήσω άλλα παιδιά τόσο πολύ. Και κάθε Σεπτέμβρη πάλι από την αρχή, τα χαμόγελα των νέων παιδιών την κέρδιζαν, τα αδύναμα παιδάκια που της θύμιζαν τον εαυτό της, της κεντούσαν την καρδιά από συμπόνια, τα άτακτα και ζωηρά, της εντυπωσίαζαν και διασκέδαζε με τις κουβέντες τους , την κρατούσαν σε εγρήγορση με τους τσακωμούς τους και της εξαντλούσαν την αντοχή της κάθε φορά μέχρι το μεσημέρι.

Δεν ήταν τυχερό της να βρει έναν σύντροφο ζωής. Κάποτε είχε ελπίσει και είχε πιστέψει ότι είχε συναντήσει τον άνθρωπο της ζωής της, Είχε αρχίσει να κάνει όνειρα. Είχε επιτρέψει στον εαυτό της να φανταστεί μια ζωή σαν και αυτές που περιέγραφαν οι παλιές της φιλενάδες και τώρα τις άκουγε με αυτό το ευγενικό χαμόγελο υποκρινόμενη ότι δεν αισθανόταν αυτό το τσίμπημα στην καρδιά. Ότι πράγματι έφτανε που είχε τόσα παιδάκια να δίνει κάθε μέρα το καθαρό νερό της αγάπης που πάφλαζε στην πηγή της καρδιάς της. Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στο μυαλό της, στον εσωτερικό της εαυτό όταν αναπόλησε την παλιά της ρομαντική ιστορία που είχε τελειώσει σε έναν καθόλου ρομαντικό τρόπο. Πως της το είχε πει? ΑΑΑ, ναι.... "Είσαι πολύ βαρετή...δεν αντέχω τόση ηρεμία...Καλά νεύρο δεν έχεις μέσα σου? Βαρέθηκα...Θέλω περιπέτεια , ταξίδια, θέλω να ζήσω, θέλω να καταλαβαίνω ότι ζω και όχι απλά να περνάνε έτσι ήσυχα οι μέρες"..Δεν είχε αντιδράσει...Πως θα μπορούσε άλλωστε. Δεν είχε αντοχή στις εκδρομές. Κουραζόταν εύκολα, αρρώσταινε εύκολα, δεν έκανε παρέες εύκολα...Τίποτα δεν ήταν εύκολο, μόνο το πρωί με τα παιδιά δεν κουραζόταν, μόνο τότε ένιωθε να αντλεί να δύναμη που την ωθούσε να φτάνει μέχρι το μεσημέρι ακούραστη.

Δεν είχε το κουράγιο πια να ελπίσει καν σε κάποια νέα σχέση. Ο φόβος της αποτυχίας ήταν πολύ τρομαχτικός , πολύ περισσότερος από την επιθυμία να ζήσει μια ακόμα ιστορία. Πάντα την γέμιζε απορία όσοι ήθελαν να δοκιμάζουν νέα πράγματα, να πηγαίνουν σε νέα μέρη, να γνωρίζουν νέους ανθρώπους. Πως τα κατάφερναν. Αυτή, να εδώ, κοιτά γύρω στα γνώριμα πρόσωπα που ξέρει τόσο καλά και όμως οι κουβέντες τους είναι τόσο μακρινές από τον πυρήνα της. 

'Μαριάνθη εσύ τι κάνεις? Δεν έχεις πει κουβέντα τόση ώρα..Που τρέχει το μυαλό σου?" Την ρώτησε χαρωπά η Ελένη. Τα μάτια της έλαμπαν από χαρά μιας και είχε τελειώσει μόλις τα νέα για το νέο της εγγονάκι, ένα γελαστό μωρό που το έδειξε περήφανα στην οθόνη του κινητού σε όλες της παρέας.

Επιφωνήματα θαυμασμού είχε δεχτεί το χαριτωμένο μουτράκι εκτός από αυτό της Μαριάνθης που είχε χαθεί στις σκέψεις της. 

"Μα είναι υπέροχος πράγματι! Να τον χαίρεστε!" ευχήθηκε και Μαριάνθη.."Απλά, χαίρομαι που σας ακούω"

Η Μαριάνθη αισθάνθηκε τον παλμό της ζωής να κτυπά μέσα σε αυτές τις γυναίκες που είχαν να φροντίσουν παιδιά, συζύγους εγγόνια , ηλικιωμένους γονείς , και όλα αυτά τα περιέγραφαν σαν να ήταν το πιο ελαφρύ φορτίο στον κόσμο. 

"Στην υγεία σας" ευχήθηκε η Μαριάνθη σηκώνοντας το ποτήρι.. " Να ξαναβρεθούμε σύντομα'

" Με το καλό" απάντησε η παρέα ενώ η Μαριάνθη που από καιρό είχε αποδεχθεί τον εαυτό της, χωρίς πικρία χαιρόταν με τα νέα των φιλενάδων της.

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Η Άνοιξη

 

H Άνοιξη.

 




Είναι τόσο ωραία την Άνοιξη,

όταν διαβάζεις στους τοίχους 

τις γραμμένες καρδιές με σπρέυ

να σου λένε πόσο όμορφη είναι η αγάπη.

Είναι τόσο καλά

όταν την βλέπεις να πλαγιάζει

στα ριζά μιας παπαρούνας,

η όταν την νιώθεις να κυλά με το αίμα σου στις

αρτηρίες.



Η ζωή μοιάζει τόσο νέα,

καθαρή και αμόλευτη,

σαν το μωρό πριν νάβγει απ' την μήτρα.

Είναι η Άνοιξη

που ανοίγει τις καρδιές σαν μπουμπούκια στον ήλιο,

και έπειτα είναι πάλι εκείνη

που σε γεμίζει απογοήτευση για τους ανθρώπους

που επιμένουν να είναι τυφλοί

μπροστά σε οτιδήποτε ωραίο.

1990 .Σ.Κ


Άνοιξη.

Έχει ήλιο έξω,

παρουσία λειψή στο μικρό μου μπαλκόνι.

Είναι Άνοιξη,

φάνηκαν φυλλαράκια στα ριζά της γαρδένιας.

Τα πουλιά μουρμουρίζουν μπαλάντες

πάντα την Άνοιξη.

Είναι μια Άνοιξη κουτσουρεμένη, σαν το απέναντι δέντρο.

Είναι δύσκολοι οι καιροί

και ο θόρυβος της πόλης μεγάλος,

πως να σιγοντάρεις τα πουλιά?

1989 ΣΚ.

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

"Μορφές - Θάλασσα" 2 ποιήματα .

 


"Μορφές - Θάλασσα" 2 ποιήματα .

22/3/1081. 


ΜΟΡΦΕΣ.

Αγαπητές μορφές, παρηγορητικές και ευπροσήγορες.

Ο ήλιος, η ίριδα σας, και ο ζεστός ουρανός το μέτωπο σας.

Μορφές που στ΄αντίκρυσμα σας γελάει ο Χειμώνας

,και η Άνοιξη μοιάζει να μεγαλώνει μαζί σας.

Μορφές αλλιώτικες , και αγαπημένες μεταξύ σας,

σύμβολα αγάπης και ελπίδας του κόσμου.




Θάλασσα.

Πάνω στο γυαλιστερό και στο διάφανο,

στο μπλε και στο γαλάζιο

πλέουν οι βάρκες.

Απόπαιδο είσαι του ήλιου στου φεγγαριού το φως,

γλυκό συντρόφεμα.

Παιχνίδι των ανέμων

να σκορπίζουν τα κύματα γύρω

σηκώνοντας δίπλες ατέλειωτες.

Της φύσης παντέλειο δημιούργημα

αγαπημένη του καλοκαιριού,

που του δροσίζεις το καψωμένο πρόσωπο.

Στόλισμα στα υγρένια σου μαλλιά,

στεριανό χάρισμα σε σένα, οι αμμουδιές σου.

Αγάπη ατέλειωτη κι άφθαρτη

αιώνια κρατά τις ψυχές των ανθρώπων

Για Σένα.

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

"Η Λυπημένη " Χρονογράφημα.

 


"Η Λυπημένη " Χρονογράφημα.



"Η Λυπημένη "


Ήταν όνειρο της Παγώνας να φύγει από την μικρή της πόλη ήδη από τα πρώτα χρόνια του δημοτικού. Ήταν δύσκολα χρόνια για τα κορίτσια και πιο δύσκολα για εκείνη με τον γραμματιζούμενο- δάσκαλο πατέρα και την "καλής οικογενείας" μητέρα, όπου το "καλής οικογενείας"μεταφραζόταν σε οικογενειακή περιουσία πολύ πάνω από τους γύρω της.
Ο δάσκαλος, πριν να γίνει "δάσκαλος" , ήταν απλά ένας "δασκαλάκος" μιας και ο μισθός δεν έφτανε για πολλά πολλά και εκτός από την υπόληψη που του έδινε η θέση του, δεν είχε να προσφέρει τίποτα άλλο υλικό σε μια μέλλουσα νύφη. Όμως το προξενιό έγινε, οι οικογένειες τα βρήκαν τα μακρινά χρόνια της δεκαετίας του πενήντα και η πολύφερνη νύφη βρήκε έναν άνθρωπο που θα εκτιμούσε τα προσόντα της και εκείνη τα δικά του.
Την ευτυχία τους ήρθε να ολοκληρώσει η γέννηση της κόρης τους που την μεγάλωσαν με αγάπη από την μια, αλλά και με ένα δηλητήριο από την άλλη.
Όλοι γύρω τους ήταν πολύ φτωχοί, πολύ αμόρφωτοι, πολύ άτεχνοι, πολύ κατώτεροι τους και οι γονείς όσο πιο πολύ αγωνιούσαν για το μέλλον της, άλλο τόσο φρόντιζαν να μπολιάζουν με τα λόγια τους την μονάκριβη τους από τον φόβο μην τους παρουσιάσει για γαμπρό κάποιον που δεν θα ήταν του "κύκλου τους".
Λίγα κορίτσια πήγαιναν Γυμνάσιο εκείνα τα χρόνια μα αυτή το είχε σκοπό και καμάρι που θα μπορούσε να σπουδάσει στην Αθήνα και να γίνει επιστήμων, όπως έλεγε η μαμά.
Στα διαλείμματα του σχολείου τα κορίτσια μοιραζόντουσαν τα όνειρα τους για οικογένεια και παιδιά, για το ποιος θα μπορούσε να είναι ο μέλλοντας σύζυγος τους που θα τους πρόσφερε την πολυπόθητη ελευθερία μακριά από τα ασφυκτικά πατρικά τους και τα καχύποπτα βλέμματα των γειτόνων με την φαρμακερή τους γλώσσα.
Όχι όμως η Παγώνα. Η Παγώνα στεκόταν μακριά από τις κουβέντες τους γεμάτη ειρωνία για τα "μικρά τους " όνειρα, και τα ρομαντικά τους σχέδια.
Μια μέρα, τους ανακοίνωσε ότι από εδώ και μπρος θα την έλεγαν     Φένια. . Φένια, πάει και τελείωσε και δεν θα γύριζε να απαντήσει ούτε στους συμμαθητές της και τις συμμαθήτριες της στο διάλειμμα, ούτε στους καθηγητές στο μάθημα. Ήταν στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου και το επόμενο βήμα ήταν φυσικά η Αθήνα. Πως θα μπορούσε να γνωρίσει κόσμο και να την πάρουν στα σοβαρά με το Παγώνα? Ενώ το Φένια ήταν τόσο κομψό, με έναν αέρα Γαλλικό θα μπορούσε να πει κανείς. Το Φένια, έδειχνε άνθρωπο του κόσμου που ήξερε από τέχνες και είχε ευγενείς καταβολές.
Τι να έκαναν τα παιδιά ? Ήθελαν δεν ήθελαν, το συνήθισαν και η Φένια -τώρα πια- διάβαζε μανιωδώς για να μπει στο πανεπιστήμιο . 
Και πράγματι, έτσι και έγινε. Από μια πολύ καλή μαθήτρια, έγινε για εξαιρετική γιατρός που δούλεψε χρόνια και χρόνια σε δημόσιο νοσοκομείο. Παντρεύτηκε επίσης γιατρό και αυτό ήταν κάτι που τουλάχιστον στην αρχή, την έκανε τρομερά ευτυχισμένη.
"Από εδώ ο σύζυγος μου..Ναι, ναι..γιατρός και αυτός..Παθολόγος!" 'Ελεγε με καμάρι και κοιτούσε αφ υψηλού τις παλιές της συμμαθήτριες που αγωνιζόντουσαν να τα βγάλουν πέρα με τρία τέσσερα παιδιά η κάθε μία και τις καθημερινές δουλειές του νοικοκυριού, για να μην πούμε και για τα κτήματα, όσες είχαν.
Τι είναι όμως ο καιρός? Τι είναι ο αδυσώπητος χρόνος?! Πως μεγαλώνει τα παιδιά σαν τους μίσχους στα λουλούδια και εκείνα ανθίζουν και γεμίζουν αρώματα τις ζωές των γονιών τους.!
Κάθε καλοκαίρι στην παραλία, έβλεπε αυτά τα παιδιά να μεγαλώνουν, να γελούν, να μετατρέπονται σιγά σιγά σε νεαρούς και νεαρές ενήλικες, να ζουν μια ξένοιστη ζωή μακριά από την καταπιεστική κοινωνία που είχε μεγαλώσει εκείνη , και οι γονείς τους, οι άλλοτε συμμαθητές και συμμαθήτριες να απολαμβάνουν την δική τους ζωή με τα πάνω τους και τα κάτω τους.
Η φράση, "από εδώ ο σύζυγος μου ο γιατρός" είχε πια παλιώσει και δεν συγκινούσε πια και κανέναν ιδιαίτερα , ούτε καν την ίδια, και για αυτό ακολούθησε ένα αδιάφορο διαζύγιο.
Και έτσι έμεινε η Φένια να δουλεύει σκληρά, να βοηθά όπως μπορεί, να προσπαθεί να καλύψει με το "γιατρέ μου να σας πω," το " Μαμά να σου πω" ώσπου ήρθε η πολυπόθητη σύνταξη και η μετεγκατάσταση πίσω στην μικρή της πόλη, από όπου ήθελε τόσο πολύ να φύγει κάποτε.
Τα παιδιά των συμμαθητριών της είχαν πια παντρευτεί, είχαν δικά τους παιδιά που με την σειρά τους μεγάλωναν και εκείνα . Οι μαμάδες έγιναν γιαγιάδες, και οι γιαγιάδες είδαν δισέγγονα. Το σπίτι τους ήταν γεμάτο γλυκά, παιχνίδια και ζωγραφιές. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι φωτογραφίες από γενέθλια,τραπέζια και εκδρομές. Ο χρόνος δεν τις άφηνε να τον ακολουθήσουν γιατί ακολουθούσαν την γραμμή του στο μεγάλωμα των όλο και μικρότερων μωρών που ερχόντουσαν στην οικογένεια. Η Φένια κατάλαβε έστω και αργά ότι δεν έπρεπε να ειρωνεύεται τις ζωές των άλλων.  Ένιωθε την μοναξιά της ύπαρξης της βαριά και ασήκωτη και ήταν λυπημένη.
Αναρωτιόταν καμιά φορά πως θα ήταν αν δεν την είχαν δηλητηριάσει οι γονείς της με τόσο ανούσια κόμπλεξ, πως θα ήταν αν δεν είχε αλλάξει το όνομα της, αν προσπαθούσε έστω να είναι φίλες με τις παλιές της συμμαθήτριες και τώρα θα μπορούσε και αυτή να είναι μέλος μιας μεγάλης κοινότητας και δεν θα ένιωθε τόσο μόνη.
Ο καιρός πλησιάζε για το αστρικό της ταξίδι και καμιά φορά τα βράδια σκεπτόταν ότι είναι ακόμα λυπημένη γιατί ίσως δεν θα κάθεται κανείς δίπλα της εκείνη την ώρα που η ψυχή της θα φεύγει για τους ουρανούς.
Λέγεται ότι στην ζωή ερχόμαστε και φεύγουμε μόνοι αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια.
Ερχόμαστε συνδεδεμένοι με τον ομφάλιο λόρο της μητέρας και φεύγουμε κόβοντας τον ομφάλιο λόρο της οικογένειας.

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

Χρονογράφημα " Δυό φίλες ένα απόγευμα"

 


Χρονογράφημα " Δυό φίλες ένα απόγευμα"

 

Η Ελένη ανέβηκε τις σκάλες στηριζόμενη στην κουπαστή. Τα γόνατα της δεν βοηθούσαν πια. Τα χρόνια βάραιναν και έσερναν προς τα κάτω από τα φρύδια μέχρι τα γόνατα και το βάρος αισθανόταν διπλό.  « Ίσως για αυτό οι γιατροί φωνάζουν όλη την ώρα να χάσουμε βάρος» σκέφτηκε η Ελένη ενώ έφτανε στο κεφαλόσκαλο και άνοιξε την πόρτα φωνάζοντας την Μαρίκα . « Μαρίκα! Βρε Μαρίκα..είσαι εδώ?»

«Εδώ είμαι παιδί μου, μη φωνάζεις ..έρχομαι!» είπε η Μαρίκα και βγήκε στην εσωτερική αυλή του ορόφου όπου τις περίμενε σερβιρισμένος ο ελληνικός καφές με το πιατάκι με το κέικ στο πλάι και τα κουλουράκια βουτύρου.

Η Ελένη τακτοποιήθηκε στην καρέκλα της, ήπιε λίγο νερό να συνέλθει ενώ η Μαρίκα συνέχιζε να βλέπει την αγαπημένη της σειρά στην τηλεόραση.

«Τι κοιτάς μωρέ τηλεόραση..σήκω να πάμε να περπατήσουμε..αμαρτία να χάσουμε ένα τόσο ωραίο απόγευμα»

Η Μαρίκα  δεν έδειξε να ενδιαφέρεται για την πρόταση της Ελένης.. Μπαα, τώρα βαριέμαι..που να ετοιμάζομαι..κουράζομαι και που το σκέφτομαι»

« Γιατί το λες αυτό? Βάλε μια φόρμα και πάμε»

«Μα δεν μπορώ σου λέω….είχα πάει για ψώνια και άλλαξα..Δεν μπορώ αυτό το πράγμα..ντύσω γδύσου ξαναντύσου…πρέπει να βγάλω τις μπιτζάμες, να βάλω τον κορσέ, να βάλω το σουτιέν, να βάλω άλλη φανέλα ,να βάλω κάλτσες…κουράστηκα και που το σκέφτομαι?»

«Έλα βρε Μαρίκα..πάντα υπερβολική , ο γιατρός μας το είπε καθαρά και ξάστερα..Αν δεν θέλουμε να πιαστούμε τελείως πρέπει να περπατάμε, άντε πάμε και άσε τους κουρσέδες ήσυχους»




«Α, παπα,,τι λες τώρα..δεν βγαίνω έξω χωρίς κορσέ! Με έχει πιάσει φοβία με την ακράτεια»

«’Εχεις ακράτεια?  Κρίμα βρε παιδί μου…είναι δύσκολο ε?»

«Καλά, τώρα όταν λέμε ακράτεια..μη φανταστείς και κανένα ρυάκι..ίσα ίσα..σαν την βρύση που στάζει όταν δεν την κλείνεις και πάλι, όταν σφίγγομαι, όταν μου έρχεται να βήξω..»

«Έχεις δοκιμάσει βρακάκι? Είναι πολύ βολικά… Εγώ καμιά φορά που είμαι άρρωστη τα φοράω για καλό και για κακό»

«Α παπα…μετά τα 90 θα το βάλω και γω αν χρειάζεται..τώρα μια χαρά είμαι με το κορσεδάκι»

«Έλα μωρέ τώρα , ωραία κουβέντα πιάσαμε..θα με πιάσει κατάθλιψη ..άντε βρε Μαρίκα σήκω ,εδώ γύρω γύρω να πάμε στο τετράγωνο , έχουν ανακαινιστεί και κάτι ωραία σπίτια ..τρέλα σου λέω! Δεν μας βλέπει κανείς μωρέ,,ποιος θα προσέξει δυο γριές που περπατάνε..πάνε αυτά τα χρόνια..είχαμε να τα θυμόμαστε»

«Λες ε? Καλά…περίμενε να βάλω μια φόρμα τότε…Δεν μου λες Ελένη? Θυμάσαι τι ωραία ρούχα είχαμε το 60…Τι τουαλέτες, φιγουρίνια σκέτα  ήμασταν… θυμάσαι τους χορούς? Ωραία χρόνια, νιάτα βρε νιάτα…»

«’Ετοιμη! Πάμε…άντε να πάμε να δούμε και στα ανακαινισμένα σπίτια..αυτά τουλάχιστον μπορούν να συνεχίσουν να δείχνουν όμορφα και νέα»

Και οι δυο φίλες κατέβηκαν τις σκάλες και καμαρωτές καμαρωτές παρά την ηλικία τους έκαναν  την βόλτα τους μέσα στο φως του ήλιου που έλιωνε σιγά σιγά μέσα στο χλιαρό απόγευμα .

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2025

Γιάννη! Σεισμός!" Χρονογράφημα.

 

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2025

'" Γιάννη! Σεισμός!" Χρονογράφημα.




 Ο Γιάννης είχε αποκοιμηθεί μπροστά από την ανοιχτή τηλεόραση, η  Ελένη είχε από ώρα πάει για ύπνο και το δύο χρονών παιδάκι τους κοιμόταν γαλήνια στην κούνια του.

Ωραίο το σπίτι τους, μεγάλο, όπως το ονειρευόντουσαν, μόνο βρε παιδί μου, να.. το δίπατο σπίτι φέρνει κάποιες δυσκολίες στην επικοινωνία. Αλλού ο ένας, αλλού ο άλλος, αλλού το μωρό, και σε μια ώρα δύσκολη, σε μια ώρα που πρέπει να πεταχτείς έξω, που λέει ο λόγος, ποιος θα φύγει και από που, το μαθαίνουν όταν ήδη είναι έξω από το σπίτι.

Ο σεισμός κτύπησε στην 12 και κάτι. Το σπίτι κουνήθηκε, ο Γιάννης άλλαξε πλευρό, το μωρό τέντωσε τα χεράκια του αλλά η Ελένη πετάχτηκε σαν ελατήριο από το κρεβάτι αλαφιασμένη και βάζοντας τις φωνές.

"Γιάννηηηηη! Γιάννηηηη! Σεισμόοοος!! Αχ Παναγία μου θα πέσει το σπίτι! Αχ τι θα κάνω Παναγία μου τώρα! "Μονολογούσε προσπαθώντας να περάσει το μανίκι της ρόμπας της από το σωστό χέρι μιας και από την τρομάρα της την είχε κάνει ένα κουβάρι που προσπαθούσε να ξεμπερδέψει.

Αφού τα κατάφερε, πέρασε προσεχτικά κάτω από το φως που ακόμα κουνιόταν πέρα δώθε αν και ο σεισμός είχε ήδη σταματήσει. Βρήκε τις παντόφλες της ενώ συνέχισε να φωνάζει, "Γιάννηηηη! Που είσαι Γιάννηηηη! Αμάν αυτός το άνθρωπος! Νάχα την αναισθησία του μόνο! Μόνο την αναισθησία του! Δεν κουνιέται με τίποτα!" 

Κατέβηκε τις σκάλες γρήγορα γρήγορα σκούντηξε τον Γιάννη να ξυπνήσει επιτέλους. "Ξύπνα άνθρωπε μου ! Δεν κατάλαβες τον σεισμό?"

"Πω  ρε Ελένη ! Αμάν με τις υστερίες σου! Δεν κατάλαβα τίποτα..Άσε με και έβλεπα και ωραίο όνειρο!"

Η Ελένη πήγαινε σαν την σβούρα γύρω γύρω από τον καναπέ σφίγγοντας τα χέρια της με απελπησία!

'Αχ τι θα κάνουμε τώρα! Αχ αν ξαναχτυπήσει και πέσει το σπίτι!"

"Δεν πέφτει το σπίτι! Τι είναι αυτά που λές! "Της απάντησε θυμωμένα ο Γιάννης! "Το σπίτι είναι θωρακισμένο! Φρούριο! Δεν πέφτει με τίποτα! Άντε κοιμήσου!"

Η Ελένη είχε ασπρίσει από τον φόβο της και ενώ άκουγε τον Γιάννη άρχισε να μαζεύει την τσάντα της, την κουβέρτα του καναπέ, άλλαξε παπούτσι και φουριόζα του φώναξε πάνω από τον ώμο της..

"Δεν ξέρω τι λες εσύ! Εγώ φοβάμαι! Πάω στο αυτοκίνητο! Δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει μες την νύχτα!"

"Αντε όπου θες! Εγώ θα πάω στο κρεβατάκι μου να συνεχίσω το όνειρο!"

Η Ελένη ξεκλείδωσε βιαστικά την πόρτα και πήγε στο αυτοκίνητο φυσώντας, ξεφυσώντας, κάνοντας προσευχές και βρίζοντας τον σεισμό , και όλα αυτά, ταυτόχρονα.

Ο Γιάννης ανέβηκε τις σκάλες νυσταγμένα και πλάγιασε στην μεριά του . Δεν πέρασε ένα λεπτό και ήδη ροχάλιζε βαριά.

Δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά και η πόρτα του σπιτιού άνοιξε με θόρυβο . Η φωνή της Ελένης διαπεραστική ξύπνησε πάλι τον Γιάννη. "Γιάννηηηηη! Το μωρό! Το μωρό Γιάννηηηηη!"

Ο Γιάννης πετάχτηκε λες και τον χτύπησε ρεύμα! "Τι έχει το μωρό!?" Έτρεξε στο δωμάτιο του μωρού και αναστέναξε με ανακούφιση ενώ κράταγε την καρδιά του που πήγε να φύγει από το στήθος του.

Η Ελένη πίσω από τον ώμο του πάταγε στις μύτες να δει το μωρό στην κούνια που παρά τις φωνές δεν είχε ξυπνήσει.

"Θα μας τρελλάνεις ρε Ελένη σήμερα!' Τι φωνάζεις έτσι το μωρό και το μωρό..Κόντευα να πάθω έμφραγμα.. "

"Μα το ξέχασα μέσα στην τρομάρα μου και γύρισα και να το πάρω"

"Και έπρεπε να φωνάζεις έτσι...?Μια χαρά είναι! Εσύ άντε όπου θες και άσε μας εμάς! Έτσι και αλλιώς, εδώ ξέχασες το μωρό..φαντάσου...τον εαυτούλη σου και όλοι οι άλλοι.."

Δεν το εννούσε ο Γιάννης, αλλά είχε τρομάξει με τις φωνές της για το μωρό και ήθελε να την εκδικηθεί για την τρομάρα.Άλλωστε την έβλεπε ότι ήταν εκτός εαυτού από τον φόβο της.

Η Ελένη έσκυψε το κεφάλι και άρχισε να κλαίει .Τα δάκρυα έπεφταν πάνω στην φωτεινή οθόνη του κινητού και τα γράμματα της ομαδικής συνομιλίας θόλωσαν..

" Τρομάρα τρομάρα, αλλά το κινητό εκεί! Μη χάσεις τι θα πει ο ένας και ο άλλος!"

"'Έλα βρε Γιάννη!' προσπάθησε να τον καλοπιάσει η Ελένη. Πάμε μαζί με το μωρό στο αυτοκίνητο. Εδώ λένε ότι έχει μετασεισμούς που μπορεί να είναι το ίδιο δυνατοί!"

"Είναι θωρακισμένο λέμε το σπίτι! Πως να στο πω να το καταλάβεις! "

" Δεν είμαι μόνο εγώ που φοβάμαι! Να κοίτα τι γράφουν! Όλοι είναι ανάστατοι! Έχουν πάει στα αυτοκίνητα για να περάσει η νύχτα! Να, να κοίτα!! Έβαλαν και άρθρο ότι θα κηρηχθεί  εκτάκτου ανάγκης! Φαντάσου τι θα έχει γίνει!"


" Άντε πάμε να κοιμηθούμε τώρα..πέρασε τόση ώρα χωρίς να κουνήσει καθόλου! Όλα καλά! Κοίτα τα πράθυρα στους γείτονες...όλα ήσυχα.." την καθυσήχασε ο Γιάννης και την οδήγησε απαλά στο κρεβάτι..Και έτσι ο Γιάννης ροχάλισε πάλι, το μωρό ονειρευόταν λιβάδια και αερόστατα πάνω σε ένα ουράνιο τόξο ενώ η Ελένη έμεινε με ανοιχτό το κινητό να παρακολουθεί τις ομαδικές, και τις αναρτήσεις από κάθε μέσο για τον σεισμό μέχρι το πρωί.


  "Υποτονική εκ φύσεως" Χρονογράφημα.   Κάθε άνθρωπος έχει την δική του ζωτική δύναμη, και σε άλλους ο καλός θεός την σκόρπισε απλ...