Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Η Άνοιξη

 

H Άνοιξη.

 




Είναι τόσο ωραία την Άνοιξη,

όταν διαβάζεις στους τοίχους 

τις γραμμένες καρδιές με σπρέυ

να σου λένε πόσο όμορφη είναι η αγάπη.

Είναι τόσο καλά

όταν την βλέπεις να πλαγιάζει

στα ριζά μιας παπαρούνας,

η όταν την νιώθεις να κυλά με το αίμα σου στις

αρτηρίες.



Η ζωή μοιάζει τόσο νέα,

καθαρή και αμόλευτη,

σαν το μωρό πριν νάβγει απ' την μήτρα.

Είναι η Άνοιξη

που ανοίγει τις καρδιές σαν μπουμπούκια στον ήλιο,

και έπειτα είναι πάλι εκείνη

που σε γεμίζει απογοήτευση για τους ανθρώπους

που επιμένουν να είναι τυφλοί

μπροστά σε οτιδήποτε ωραίο.

1990 .Σ.Κ


Άνοιξη.

Έχει ήλιο έξω,

παρουσία λειψή στο μικρό μου μπαλκόνι.

Είναι Άνοιξη,

φάνηκαν φυλλαράκια στα ριζά της γαρδένιας.

Τα πουλιά μουρμουρίζουν μπαλάντες

πάντα την Άνοιξη.

Είναι μια Άνοιξη κουτσουρεμένη, σαν το απέναντι δέντρο.

Είναι δύσκολοι οι καιροί

και ο θόρυβος της πόλης μεγάλος,

πως να σιγοντάρεις τα πουλιά?

1989 ΣΚ.

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

"Μορφές - Θάλασσα" 2 ποιήματα .

 


"Μορφές - Θάλασσα" 2 ποιήματα .

22/3/1081. 


ΜΟΡΦΕΣ.

Αγαπητές μορφές, παρηγορητικές και ευπροσήγορες.

Ο ήλιος, η ίριδα σας, και ο ζεστός ουρανός το μέτωπο σας.

Μορφές που στ΄αντίκρυσμα σας γελάει ο Χειμώνας

,και η Άνοιξη μοιάζει να μεγαλώνει μαζί σας.

Μορφές αλλιώτικες , και αγαπημένες μεταξύ σας,

σύμβολα αγάπης και ελπίδας του κόσμου.




Θάλασσα.

Πάνω στο γυαλιστερό και στο διάφανο,

στο μπλε και στο γαλάζιο

πλέουν οι βάρκες.

Απόπαιδο είσαι του ήλιου στου φεγγαριού το φως,

γλυκό συντρόφεμα.

Παιχνίδι των ανέμων

να σκορπίζουν τα κύματα γύρω

σηκώνοντας δίπλες ατέλειωτες.

Της φύσης παντέλειο δημιούργημα

αγαπημένη του καλοκαιριού,

που του δροσίζεις το καψωμένο πρόσωπο.

Στόλισμα στα υγρένια σου μαλλιά,

στεριανό χάρισμα σε σένα, οι αμμουδιές σου.

Αγάπη ατέλειωτη κι άφθαρτη

αιώνια κρατά τις ψυχές των ανθρώπων

Για Σένα.

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

"Η Λυπημένη " Χρονογράφημα.

 


"Η Λυπημένη " Χρονογράφημα.



"Η Λυπημένη "


Ήταν όνειρο της Παγώνας να φύγει από την μικρή της πόλη ήδη από τα πρώτα χρόνια του δημοτικού. Ήταν δύσκολα χρόνια για τα κορίτσια και πιο δύσκολα για εκείνη με τον γραμματιζούμενο- δάσκαλο πατέρα και την "καλής οικογενείας" μητέρα, όπου το "καλής οικογενείας"μεταφραζόταν σε οικογενειακή περιουσία πολύ πάνω από τους γύρω της.
Ο δάσκαλος, πριν να γίνει "δάσκαλος" , ήταν απλά ένας "δασκαλάκος" μιας και ο μισθός δεν έφτανε για πολλά πολλά και εκτός από την υπόληψη που του έδινε η θέση του, δεν είχε να προσφέρει τίποτα άλλο υλικό σε μια μέλλουσα νύφη. Όμως το προξενιό έγινε, οι οικογένειες τα βρήκαν τα μακρινά χρόνια της δεκαετίας του πενήντα και η πολύφερνη νύφη βρήκε έναν άνθρωπο που θα εκτιμούσε τα προσόντα της και εκείνη τα δικά του.
Την ευτυχία τους ήρθε να ολοκληρώσει η γέννηση της κόρης τους που την μεγάλωσαν με αγάπη από την μια, αλλά και με ένα δηλητήριο από την άλλη.
Όλοι γύρω τους ήταν πολύ φτωχοί, πολύ αμόρφωτοι, πολύ άτεχνοι, πολύ κατώτεροι τους και οι γονείς όσο πιο πολύ αγωνιούσαν για το μέλλον της, άλλο τόσο φρόντιζαν να μπολιάζουν με τα λόγια τους την μονάκριβη τους από τον φόβο μην τους παρουσιάσει για γαμπρό κάποιον που δεν θα ήταν του "κύκλου τους".
Λίγα κορίτσια πήγαιναν Γυμνάσιο εκείνα τα χρόνια μα αυτή το είχε σκοπό και καμάρι που θα μπορούσε να σπουδάσει στην Αθήνα και να γίνει επιστήμων, όπως έλεγε η μαμά.
Στα διαλείμματα του σχολείου τα κορίτσια μοιραζόντουσαν τα όνειρα τους για οικογένεια και παιδιά, για το ποιος θα μπορούσε να είναι ο μέλλοντας σύζυγος τους που θα τους πρόσφερε την πολυπόθητη ελευθερία μακριά από τα ασφυκτικά πατρικά τους και τα καχύποπτα βλέμματα των γειτόνων με την φαρμακερή τους γλώσσα.
Όχι όμως η Παγώνα. Η Παγώνα στεκόταν μακριά από τις κουβέντες τους γεμάτη ειρωνία για τα "μικρά τους " όνειρα, και τα ρομαντικά τους σχέδια.
Μια μέρα, τους ανακοίνωσε ότι από εδώ και μπρος θα την έλεγαν     Φένια. . Φένια, πάει και τελείωσε και δεν θα γύριζε να απαντήσει ούτε στους συμμαθητές της και τις συμμαθήτριες της στο διάλειμμα, ούτε στους καθηγητές στο μάθημα. Ήταν στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου και το επόμενο βήμα ήταν φυσικά η Αθήνα. Πως θα μπορούσε να γνωρίσει κόσμο και να την πάρουν στα σοβαρά με το Παγώνα? Ενώ το Φένια ήταν τόσο κομψό, με έναν αέρα Γαλλικό θα μπορούσε να πει κανείς. Το Φένια, έδειχνε άνθρωπο του κόσμου που ήξερε από τέχνες και είχε ευγενείς καταβολές.
Τι να έκαναν τα παιδιά ? Ήθελαν δεν ήθελαν, το συνήθισαν και η Φένια -τώρα πια- διάβαζε μανιωδώς για να μπει στο πανεπιστήμιο . 
Και πράγματι, έτσι και έγινε. Από μια πολύ καλή μαθήτρια, έγινε για εξαιρετική γιατρός που δούλεψε χρόνια και χρόνια σε δημόσιο νοσοκομείο. Παντρεύτηκε επίσης γιατρό και αυτό ήταν κάτι που τουλάχιστον στην αρχή, την έκανε τρομερά ευτυχισμένη.
"Από εδώ ο σύζυγος μου..Ναι, ναι..γιατρός και αυτός..Παθολόγος!" 'Ελεγε με καμάρι και κοιτούσε αφ υψηλού τις παλιές της συμμαθήτριες που αγωνιζόντουσαν να τα βγάλουν πέρα με τρία τέσσερα παιδιά η κάθε μία και τις καθημερινές δουλειές του νοικοκυριού, για να μην πούμε και για τα κτήματα, όσες είχαν.
Τι είναι όμως ο καιρός? Τι είναι ο αδυσώπητος χρόνος?! Πως μεγαλώνει τα παιδιά σαν τους μίσχους στα λουλούδια και εκείνα ανθίζουν και γεμίζουν αρώματα τις ζωές των γονιών τους.!
Κάθε καλοκαίρι στην παραλία, έβλεπε αυτά τα παιδιά να μεγαλώνουν, να γελούν, να μετατρέπονται σιγά σιγά σε νεαρούς και νεαρές ενήλικες, να ζουν μια ξένοιστη ζωή μακριά από την καταπιεστική κοινωνία που είχε μεγαλώσει εκείνη , και οι γονείς τους, οι άλλοτε συμμαθητές και συμμαθήτριες να απολαμβάνουν την δική τους ζωή με τα πάνω τους και τα κάτω τους.
Η φράση, "από εδώ ο σύζυγος μου ο γιατρός" είχε πια παλιώσει και δεν συγκινούσε πια και κανέναν ιδιαίτερα , ούτε καν την ίδια, και για αυτό ακολούθησε ένα αδιάφορο διαζύγιο.
Και έτσι έμεινε η Φένια να δουλεύει σκληρά, να βοηθά όπως μπορεί, να προσπαθεί να καλύψει με το "γιατρέ μου να σας πω," το " Μαμά να σου πω" ώσπου ήρθε η πολυπόθητη σύνταξη και η μετεγκατάσταση πίσω στην μικρή της πόλη, από όπου ήθελε τόσο πολύ να φύγει κάποτε.
Τα παιδιά των συμμαθητριών της είχαν πια παντρευτεί, είχαν δικά τους παιδιά που με την σειρά τους μεγάλωναν και εκείνα . Οι μαμάδες έγιναν γιαγιάδες, και οι γιαγιάδες είδαν δισέγγονα. Το σπίτι τους ήταν γεμάτο γλυκά, παιχνίδια και ζωγραφιές. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι φωτογραφίες από γενέθλια,τραπέζια και εκδρομές. Ο χρόνος δεν τις άφηνε να τον ακολουθήσουν γιατί ακολουθούσαν την γραμμή του στο μεγάλωμα των όλο και μικρότερων μωρών που ερχόντουσαν στην οικογένεια. Η Φένια κατάλαβε έστω και αργά ότι δεν έπρεπε να ειρωνεύεται τις ζωές των άλλων.  Ένιωθε την μοναξιά της ύπαρξης της βαριά και ασήκωτη και ήταν λυπημένη.
Αναρωτιόταν καμιά φορά πως θα ήταν αν δεν την είχαν δηλητηριάσει οι γονείς της με τόσο ανούσια κόμπλεξ, πως θα ήταν αν δεν είχε αλλάξει το όνομα της, αν προσπαθούσε έστω να είναι φίλες με τις παλιές της συμμαθήτριες και τώρα θα μπορούσε και αυτή να είναι μέλος μιας μεγάλης κοινότητας και δεν θα ένιωθε τόσο μόνη.
Ο καιρός πλησιάζε για το αστρικό της ταξίδι και καμιά φορά τα βράδια σκεπτόταν ότι είναι ακόμα λυπημένη γιατί ίσως δεν θα κάθεται κανείς δίπλα της εκείνη την ώρα που η ψυχή της θα φεύγει για τους ουρανούς.
Λέγεται ότι στην ζωή ερχόμαστε και φεύγουμε μόνοι αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια.
Ερχόμαστε συνδεδεμένοι με τον ομφάλιο λόρο της μητέρας και φεύγουμε κόβοντας τον ομφάλιο λόρο της οικογένειας.

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

Χρονογράφημα " Δυό φίλες ένα απόγευμα"

 


Χρονογράφημα " Δυό φίλες ένα απόγευμα"

 

Η Ελένη ανέβηκε τις σκάλες στηριζόμενη στην κουπαστή. Τα γόνατα της δεν βοηθούσαν πια. Τα χρόνια βάραιναν και έσερναν προς τα κάτω από τα φρύδια μέχρι τα γόνατα και το βάρος αισθανόταν διπλό.  « Ίσως για αυτό οι γιατροί φωνάζουν όλη την ώρα να χάσουμε βάρος» σκέφτηκε η Ελένη ενώ έφτανε στο κεφαλόσκαλο και άνοιξε την πόρτα φωνάζοντας την Μαρίκα . « Μαρίκα! Βρε Μαρίκα..είσαι εδώ?»

«Εδώ είμαι παιδί μου, μη φωνάζεις ..έρχομαι!» είπε η Μαρίκα και βγήκε στην εσωτερική αυλή του ορόφου όπου τις περίμενε σερβιρισμένος ο ελληνικός καφές με το πιατάκι με το κέικ στο πλάι και τα κουλουράκια βουτύρου.

Η Ελένη τακτοποιήθηκε στην καρέκλα της, ήπιε λίγο νερό να συνέλθει ενώ η Μαρίκα συνέχιζε να βλέπει την αγαπημένη της σειρά στην τηλεόραση.

«Τι κοιτάς μωρέ τηλεόραση..σήκω να πάμε να περπατήσουμε..αμαρτία να χάσουμε ένα τόσο ωραίο απόγευμα»

Η Μαρίκα  δεν έδειξε να ενδιαφέρεται για την πρόταση της Ελένης.. Μπαα, τώρα βαριέμαι..που να ετοιμάζομαι..κουράζομαι και που το σκέφτομαι»

« Γιατί το λες αυτό? Βάλε μια φόρμα και πάμε»

«Μα δεν μπορώ σου λέω….είχα πάει για ψώνια και άλλαξα..Δεν μπορώ αυτό το πράγμα..ντύσω γδύσου ξαναντύσου…πρέπει να βγάλω τις μπιτζάμες, να βάλω τον κορσέ, να βάλω το σουτιέν, να βάλω άλλη φανέλα ,να βάλω κάλτσες…κουράστηκα και που το σκέφτομαι?»

«Έλα βρε Μαρίκα..πάντα υπερβολική , ο γιατρός μας το είπε καθαρά και ξάστερα..Αν δεν θέλουμε να πιαστούμε τελείως πρέπει να περπατάμε, άντε πάμε και άσε τους κουρσέδες ήσυχους»




«Α, παπα,,τι λες τώρα..δεν βγαίνω έξω χωρίς κορσέ! Με έχει πιάσει φοβία με την ακράτεια»

«’Εχεις ακράτεια?  Κρίμα βρε παιδί μου…είναι δύσκολο ε?»

«Καλά, τώρα όταν λέμε ακράτεια..μη φανταστείς και κανένα ρυάκι..ίσα ίσα..σαν την βρύση που στάζει όταν δεν την κλείνεις και πάλι, όταν σφίγγομαι, όταν μου έρχεται να βήξω..»

«Έχεις δοκιμάσει βρακάκι? Είναι πολύ βολικά… Εγώ καμιά φορά που είμαι άρρωστη τα φοράω για καλό και για κακό»

«Α παπα…μετά τα 90 θα το βάλω και γω αν χρειάζεται..τώρα μια χαρά είμαι με το κορσεδάκι»

«Έλα μωρέ τώρα , ωραία κουβέντα πιάσαμε..θα με πιάσει κατάθλιψη ..άντε βρε Μαρίκα σήκω ,εδώ γύρω γύρω να πάμε στο τετράγωνο , έχουν ανακαινιστεί και κάτι ωραία σπίτια ..τρέλα σου λέω! Δεν μας βλέπει κανείς μωρέ,,ποιος θα προσέξει δυο γριές που περπατάνε..πάνε αυτά τα χρόνια..είχαμε να τα θυμόμαστε»

«Λες ε? Καλά…περίμενε να βάλω μια φόρμα τότε…Δεν μου λες Ελένη? Θυμάσαι τι ωραία ρούχα είχαμε το 60…Τι τουαλέτες, φιγουρίνια σκέτα  ήμασταν… θυμάσαι τους χορούς? Ωραία χρόνια, νιάτα βρε νιάτα…»

«’Ετοιμη! Πάμε…άντε να πάμε να δούμε και στα ανακαινισμένα σπίτια..αυτά τουλάχιστον μπορούν να συνεχίσουν να δείχνουν όμορφα και νέα»

Και οι δυο φίλες κατέβηκαν τις σκάλες και καμαρωτές καμαρωτές παρά την ηλικία τους έκαναν  την βόλτα τους μέσα στο φως του ήλιου που έλιωνε σιγά σιγά μέσα στο χλιαρό απόγευμα .

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2025

Γιάννη! Σεισμός!" Χρονογράφημα.

 

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2025

'" Γιάννη! Σεισμός!" Χρονογράφημα.




 Ο Γιάννης είχε αποκοιμηθεί μπροστά από την ανοιχτή τηλεόραση, η  Ελένη είχε από ώρα πάει για ύπνο και το δύο χρονών παιδάκι τους κοιμόταν γαλήνια στην κούνια του.

Ωραίο το σπίτι τους, μεγάλο, όπως το ονειρευόντουσαν, μόνο βρε παιδί μου, να.. το δίπατο σπίτι φέρνει κάποιες δυσκολίες στην επικοινωνία. Αλλού ο ένας, αλλού ο άλλος, αλλού το μωρό, και σε μια ώρα δύσκολη, σε μια ώρα που πρέπει να πεταχτείς έξω, που λέει ο λόγος, ποιος θα φύγει και από που, το μαθαίνουν όταν ήδη είναι έξω από το σπίτι.

Ο σεισμός κτύπησε στην 12 και κάτι. Το σπίτι κουνήθηκε, ο Γιάννης άλλαξε πλευρό, το μωρό τέντωσε τα χεράκια του αλλά η Ελένη πετάχτηκε σαν ελατήριο από το κρεβάτι αλαφιασμένη και βάζοντας τις φωνές.

"Γιάννηηηηη! Γιάννηηηη! Σεισμόοοος!! Αχ Παναγία μου θα πέσει το σπίτι! Αχ τι θα κάνω Παναγία μου τώρα! "Μονολογούσε προσπαθώντας να περάσει το μανίκι της ρόμπας της από το σωστό χέρι μιας και από την τρομάρα της την είχε κάνει ένα κουβάρι που προσπαθούσε να ξεμπερδέψει.

Αφού τα κατάφερε, πέρασε προσεχτικά κάτω από το φως που ακόμα κουνιόταν πέρα δώθε αν και ο σεισμός είχε ήδη σταματήσει. Βρήκε τις παντόφλες της ενώ συνέχισε να φωνάζει, "Γιάννηηηη! Που είσαι Γιάννηηηη! Αμάν αυτός το άνθρωπος! Νάχα την αναισθησία του μόνο! Μόνο την αναισθησία του! Δεν κουνιέται με τίποτα!" 

Κατέβηκε τις σκάλες γρήγορα γρήγορα σκούντηξε τον Γιάννη να ξυπνήσει επιτέλους. "Ξύπνα άνθρωπε μου ! Δεν κατάλαβες τον σεισμό?"

"Πω  ρε Ελένη ! Αμάν με τις υστερίες σου! Δεν κατάλαβα τίποτα..Άσε με και έβλεπα και ωραίο όνειρο!"

Η Ελένη πήγαινε σαν την σβούρα γύρω γύρω από τον καναπέ σφίγγοντας τα χέρια της με απελπησία!

'Αχ τι θα κάνουμε τώρα! Αχ αν ξαναχτυπήσει και πέσει το σπίτι!"

"Δεν πέφτει το σπίτι! Τι είναι αυτά που λές! "Της απάντησε θυμωμένα ο Γιάννης! "Το σπίτι είναι θωρακισμένο! Φρούριο! Δεν πέφτει με τίποτα! Άντε κοιμήσου!"

Η Ελένη είχε ασπρίσει από τον φόβο της και ενώ άκουγε τον Γιάννη άρχισε να μαζεύει την τσάντα της, την κουβέρτα του καναπέ, άλλαξε παπούτσι και φουριόζα του φώναξε πάνω από τον ώμο της..

"Δεν ξέρω τι λες εσύ! Εγώ φοβάμαι! Πάω στο αυτοκίνητο! Δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει μες την νύχτα!"

"Αντε όπου θες! Εγώ θα πάω στο κρεβατάκι μου να συνεχίσω το όνειρο!"

Η Ελένη ξεκλείδωσε βιαστικά την πόρτα και πήγε στο αυτοκίνητο φυσώντας, ξεφυσώντας, κάνοντας προσευχές και βρίζοντας τον σεισμό , και όλα αυτά, ταυτόχρονα.

Ο Γιάννης ανέβηκε τις σκάλες νυσταγμένα και πλάγιασε στην μεριά του . Δεν πέρασε ένα λεπτό και ήδη ροχάλιζε βαριά.

Δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά και η πόρτα του σπιτιού άνοιξε με θόρυβο . Η φωνή της Ελένης διαπεραστική ξύπνησε πάλι τον Γιάννη. "Γιάννηηηηη! Το μωρό! Το μωρό Γιάννηηηηη!"

Ο Γιάννης πετάχτηκε λες και τον χτύπησε ρεύμα! "Τι έχει το μωρό!?" Έτρεξε στο δωμάτιο του μωρού και αναστέναξε με ανακούφιση ενώ κράταγε την καρδιά του που πήγε να φύγει από το στήθος του.

Η Ελένη πίσω από τον ώμο του πάταγε στις μύτες να δει το μωρό στην κούνια που παρά τις φωνές δεν είχε ξυπνήσει.

"Θα μας τρελλάνεις ρε Ελένη σήμερα!' Τι φωνάζεις έτσι το μωρό και το μωρό..Κόντευα να πάθω έμφραγμα.. "

"Μα το ξέχασα μέσα στην τρομάρα μου και γύρισα και να το πάρω"

"Και έπρεπε να φωνάζεις έτσι...?Μια χαρά είναι! Εσύ άντε όπου θες και άσε μας εμάς! Έτσι και αλλιώς, εδώ ξέχασες το μωρό..φαντάσου...τον εαυτούλη σου και όλοι οι άλλοι.."

Δεν το εννούσε ο Γιάννης, αλλά είχε τρομάξει με τις φωνές της για το μωρό και ήθελε να την εκδικηθεί για την τρομάρα.Άλλωστε την έβλεπε ότι ήταν εκτός εαυτού από τον φόβο της.

Η Ελένη έσκυψε το κεφάλι και άρχισε να κλαίει .Τα δάκρυα έπεφταν πάνω στην φωτεινή οθόνη του κινητού και τα γράμματα της ομαδικής συνομιλίας θόλωσαν..

" Τρομάρα τρομάρα, αλλά το κινητό εκεί! Μη χάσεις τι θα πει ο ένας και ο άλλος!"

"'Έλα βρε Γιάννη!' προσπάθησε να τον καλοπιάσει η Ελένη. Πάμε μαζί με το μωρό στο αυτοκίνητο. Εδώ λένε ότι έχει μετασεισμούς που μπορεί να είναι το ίδιο δυνατοί!"

"Είναι θωρακισμένο λέμε το σπίτι! Πως να στο πω να το καταλάβεις! "

" Δεν είμαι μόνο εγώ που φοβάμαι! Να κοίτα τι γράφουν! Όλοι είναι ανάστατοι! Έχουν πάει στα αυτοκίνητα για να περάσει η νύχτα! Να, να κοίτα!! Έβαλαν και άρθρο ότι θα κηρηχθεί  εκτάκτου ανάγκης! Φαντάσου τι θα έχει γίνει!"


" Άντε πάμε να κοιμηθούμε τώρα..πέρασε τόση ώρα χωρίς να κουνήσει καθόλου! Όλα καλά! Κοίτα τα πράθυρα στους γείτονες...όλα ήσυχα.." την καθυσήχασε ο Γιάννης και την οδήγησε απαλά στο κρεβάτι..Και έτσι ο Γιάννης ροχάλισε πάλι, το μωρό ονειρευόταν λιβάδια και αερόστατα πάνω σε ένα ουράνιο τόξο ενώ η Ελένη έμεινε με ανοιχτό το κινητό να παρακολουθεί τις ομαδικές, και τις αναρτήσεις από κάθε μέσο για τον σεισμό μέχρι το πρωί.


Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2025

΄Για ένα πρησμένο δάκτυλο" Χρονογράφημα.

 

΄Για ένα πρησμένο δάκτυλο" Χρονογράφημα.

 Οποιαδήπτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματικές.



Ο γιατρός με την άσπρη του μπλούζα ξεχύλιζε από την καρέκλα πίσω από το γραφείο ενώ έγραφε τα στοιχεία της ηλικιωμένης ασθενούς στο βιβλίο κίνησης.

"Πως λέγεστε κυρία μου? " "Παπαδοπούλου Μαρία" απάντησε η κυρία Μαρία κρατώντας το πρησμένο της αντίχειρα σε προβολή προς τον γιατρό. "Όχι αυτό το επίθετο, το άλλο σας, το πατρικό" 

"Μα γιατρέ, αυτό γράφει η ταυτότητα μου, το έχω 70 χρόνια τώρα"

"Δεν έχει σημασία!" την διέκοψε ο γιατρός. "Θέλω να μάθω το πατρικό σας" συνέχισε ο γιατρός με επιμονή.

"Κοντεύω να το ξεχάσω και εγώ η ίδια το πατρικό μου. Και να σου πω την αλήθεια, ούτε θέλω να το θυμάμαι! Γράψε Παπαδοπούλου". 

"Όχι, όχι! Να μου πεις το άλλο, επιμένω" Ο γιατρός φαινόταν κάπως εκνευρισμένος και κινήθηκε νευρικά πάνω στην καρέκλα που έτριξε από το βάρος και οι ρόδες γρατζούνισαν το δάπεδο αφήνοντας μαύρες γραμμές. Οι νοσοκόμες αναστέναξαν και αντάλλαξαν βλέμματα συμπαράστασης με την ασθενή που χαμογελώντας συνέχιζε να προεκτείνει τον αντίχειρα προς τον γιατρό για να του τραβήξει την προσοχή προς το πρόβλημα που την οδήγησε στο ιατρείο.

Στο τέλος του αποκάλυψε το άλλο της όνομα που είχε να το χρησιμοποιήσει εβδομήντα ολόκληρα χρόνια.
"Βλαστού" είπε και περίμενε να συνεχίσει στην καταγραφή των στοιχείων. Άδικα όμως. Ο γιατρός έσφιξε με έναν αέρα νίκης το στυλό και γέλασε δυνατά. "Το ήξερα!" αναφώνησε στο τέλος. "Βλαστού! Της γνωστής οικογενείας? Καλά το σκέφτηκα...έχετε το παρουσιαστικό" 

"Το παρουσιαστικό μου γιατρέ είναι αγνώριστο από τότε που είχα αυτό το όνομα, αλλά τέλος πάντων..πάμε πάρα κάτω για να μη καθυστερώ και τους άλλους ασθενείς που περιμένουν?"

"Δεν θα μου πείτε εσείς την δουλειά μου κυρία μου" της απάντησε θιγμένος και ένα κόκκινο χρώμα σύγχισης απλώθηκε στα πλαδαρά του μάγουλα. Οι νοσοκόμες ανακάθισαν και αυτές στις καρέκλες τους με ένα αίσθημα ντροπής ρίχνοντας πλάγιες ματιές στον γιατρό που τις αγνοούσε εντελώς μιας και η ηλικιώμενη κυρία του έχει τραβήξει την απόλυτη προσοχή του.

"Λοιπόν, Βλαστού...Μάλιστα... Τον γνωστό Βλαστό, τι τον έχετε?" Ρώτησε με ένα πονηρό χαμόγελο αυτή την φορά κάνοντας την χαρακτηριστική κίνηση με τα δάκτυλα που υπονοούσε την κλοπή.

"Τίποτα..μακρινός συγγενής" απάντησε η κ.Μαρία .."Και δεν μου λέτε κ.Μαρία..μιας και σας βλέπ ω έτσι πολύ δυναμική, είχατε πολλές δουλειές στα νιάτα σας ε?"

" Εξαρτάται τι εννοείται με τα νιάτα γιατρέ. Στην ηλικία που είμαι, και τα εξήντα, νιάτα μου φαίνονται"

"ΕΕ, Βέβαια, βέβαια, καλά τα λέτε" Ο γιατρός φαινόταν ότι είχε όρεξη για κουβέντα ενώ οι άλλοι ασθενείς που γέμιζαν τον διάδρομο, άλλοι βημάτιζαν νευρικά πάνω κάτω , άλλοι είχαν πιάσει την κουβέντα ανταλλάσσοντας τα νέα τους, ενώ   άλλοι έβλεπαν βιντεάκια στο κινητό, δημιουργώντας όλοι μαζί μια ακατάληπτη φασαρία.  'Ησυχία εκεί έξω! Εδώ είναι ιατρείο!" τους φώναξε ο γιατρός και γυρνώντας προς την κ. Μαρία, συνέχισε να ρωτάει πράγματα εντελώς άσχετα με τον πρησμένο αντίχειρα που συνέχιζε να προσπαθεί να του τραβήξει την προσοχή.

" Είχατε χωράφια ε? Ελιές? Αμπέλια? Μπαξεβανικά? Ζώα?" 

"Αν και δεν βλέπω τι σχέση έχουν όλα αυτά με το θέμα μου, ναι, τα είχα όλα αυτά" του απάντησε η κ.Μαρία "και ήμουν και έμπορος"

"Α,χα! Έμπορος!" γέλασε χαιρέκακα ο γιατρός και έκανε πάλι την χαρακτηριστική κίνηση της κλοπής με τα δάκτυλα. "Καλά το φαντάστηκα"!! δήλωσε με ένα θριαβευτικό ύφος νίκης προς τα έκπληκτα μάτια των νοσοκόμων που δεν άντεξαν άλλο και του έδωσαν μια σκουντιά όσο πιο διακριτικά μπορούσαν. Η κ.Μαρία από την άλλη, άρχιζε να διασκεδάζει με την κατάσταση και χαμογέλασε περιπεχτικά λέγοντας του, "Ξέρεται εκ πείρας γιατρέ?"

Ο Γιατρός ξερόβηξε πειραγμένος και συνέχισε την ανάκριση. "Και δεν μου λέτε, παιδιά έχετε? "

"'Εχω, πως δεν έχω?" 

"Και πόσα είναι?"

" Τέσσερα"

"Μεγάλα ε?"

"Ε, για να είμαι όσο με βλέπεις, τι περιμένεις? Να είναι στο δημοτικό?"

Οι νοσοκόμες γέλασαν, ο γιατρός κοκκίνησε και συνέχισε να συμπληρώνει το βιβλίο . Στο τέλος ρώτησε αυτό που περίμεναν εδώ και ώρα ασθενής και νοσοκόμες. 
" Και τι έχουμε λοιπόν?" 

"Το δάκτυλο μου έχει πρηστεί γιατρέ. Ούτε το έχω κτυπήσει, ούτε πληγή έχει..Εμείς παλιά το λέγαμε γυρίστρα, επειδή είναι γύρω γύρω από το νύχι"

"Παλιά πηγαίνατε και στις ξεματιάστρες..δεν πήγαινατε στον γιατρό"

"Και τώρα πάμε στις ξεματιάστρες, αλλά ερχόμαστε και στον γιατρό. Ενισχυμένη θεραπεία, όχι αστεία" του απάντησε περιπαιχτικά η κ.Μαρία που η σπίθα στα μάτια της της αφαιρούσε τουλάχιστον μια εικοσαετία.

"Καλά, καλά, ελάτε το δούμε να τελειώνουμε" Ένας αναστεναγμός ανακούφισης ακούστηκε από τις νοσοκόμες ."Λοιπόν θα πάρετε αντιβίωση, ένα λεπτό να σας την γράψω"

'Στην ξεματιάστρα να ξαναπάω για δεύτερη δόση η δεν χρειάζεται?" Τον ρώτησε η κ.Μαρία και έκανε τον γιατρό να γράφει πιο γρήγορα από ότι συνήθως  για να τελειώνει με αυτήν την ηλικιώμενη κυρία που δεν λύγισε μπροστά στο κύρος της γεμάτης καρέκλας και είχε το θράσσος να του αντιμιλήσει. 

'Ευχαριστώ γιατρέ" Είπε χαμογελώντας η κ.Μαρία παίρνοντας την συνταγή και με έναν νεανικό αέρα έφυγε από το ιατρείο χαιρετώντας εγκάρδια τις νοσοκόμες.


Η Άνοιξη

  H Άνοιξη.   Είναι τόσο ωραία την Άνοιξη, όταν διαβάζεις στους τοίχους  τις γραμμένες καρδιές με σπρέυ να σου λένε πόσο όμορφη είναι η αγάπ...